Μάγια Βίντμαρ
Πώς ερωτεύεσαι ένα ανθρώπινο ον;
Τον κοιτάζεις ξανά και ξανά,
τον μελετάς στο πέρασμα των χρόνων
και των ημερών, μέρα μπαίνει
μέρα βγαίνει, μέσω των γεννήσεων
και των θανάτων,
μέσω αυτών που πέθαναν και εκείνων
που έχουν σκοτωθεί,
μέσω των ανδρών και
των γυναικών, μέσω των παιδιών,
μέσω των παιδιών,
μέσω της βροχής και μέσα από
τα βράχια, κοιτάζεις.
Παρατηρείς. Ακόμη κι όταν
τα μάτια σου σταματούν
να κοιτάζουν, εσύ κοιτάζεις.
Όταν ερωτεύεσαι
το παρελθόν σου
ένας γέρος γεννιέται
μέσα σου, ένας άνθρωπος
που τα τρεμάμενα χέρια του είναι τα χέρια σου
που τα πονεμένα πόδια του είναι τα πόδια σου,
ένας γέρος που έχει δυσκολία να σηκωθεί
από το κρεβάτι σου. Ώρες ώρες
νιώθεις λίγο ανυπόμονη
με τον ενοχλητικό
φιλοξενούμενο, αλλά τίποτε
δεν σταματά μια γυναίκα
ερωτευμένη. Και όταν
ο αγαπημένος το προσέχει αυτό
εξαφανίζεται σαν βιβλίο
μεταξύ άλλων βιβλίων.
Ένα βιβλίο που κανείς δεν το
αγγίζει για αιώνες,
μόνο ο αέρας ξηραίνει
την καμπυλωτή ράχη του
μέχρι να γίνει παρανάλωμα
σε μια φωτιά
που θα τη θυμούνται για
χιλιάδες χρόνια.
Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη
Αγλαΐα Σολοβιόβα
Δίγλωσση εκδοχή για το Φεστιβάλ
Εγώ, αν θέλεις, θα φύγω,
δίχως να σ’ αγγίξω, χωρίς να ανασάνω άλλο.
Εγώ, αν θέλεις, θα πεθάνω,
χωρίς να σ’ έχω μάθει καλά.
Δεν είναι παράξενο.
Δεν είναι κακό.
Είναι, μάλιστα, αστείο.
Να φύγεις από το μάθημα μαζί με ένα αγόρι.
Ώστε οι δρόμοι μας,
τόσο σχεδιασμένα, πέρασαν δίπλα ο ένας στον άλλον.
Εσύ καίγεσαι,
εγώ ήρεμα θα κάτσω στο βυθό.
Και για μερικά ακόμη χρόνια
η άσχημη μυρωδιά των μαλλιών και της καπνίλας
θα καίει την καρδιά μου,
θαρρείς και βρίσκεται μέσα στο κορμί μου.
Я, пожалуй, уйду,
Не касаясь, не делая нового вдоха.
Я, пожалуй, умру,
Не узнав тебя слишком.
Это будет не больно.
Не страшно. Не плохо.
Это даже смешно.
Сбежать, как с урока с мальчишкой.
Чтобы наши пути,
Как задумано, целились мимо,
Ты сгоришь,
Я тихонько осяду на дно.
И еще пару лет
Едкий запах волос и табачного дыма.
Будет жечь мое сердце, как будто оно в моем теле одно.
Μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
Αλίσια Ε. Στώλλινς
Ο ΤΣΑΚΩΜΟΣ (15)
Μετά τον τσακωμό, όλα ήταν παράξενα.
Η ευγλωττία είχε σταθεί ανάμεσά τους
μετά τόση σιωπή, εκπλήσσοντάς τους.
Πράγματα πλέον αληθινά, σε τάξη έπρεπε να μπουν ξανά.
Λέξεις προμήνυαν πράξεις, μα κι οι δύο
ξαλάφρωσαν για λίγο, και είχαν κάθε διάθεση
να ‘ναι καλοί, όπως δυο ξένοι ενίοτε.
Λες και, μεσ’ απ’ την άγρια βλάστηση,
να βγήκανε σε ξέφωτο ηλιόλουστο,
κρατώντας όμως τις ματσέτες.
Κάτι είχε κλείσει,
μα πώς, δεν καταλάβαιναν απόλυτα.
Κάτι άρχιζε.
Κάτι θα πέταγε βλαστό
και θα ‘βγαζε κλαδιά απ’ τη στιγμή αυτή.
Κάτι τους έκανε να κοιταχτούν στα μάτια,
γιατί αίφνης είχαν και οι δύο φοβηθεί.
ΑΤΥΧΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ Θ’ ΑΡΓΗΣΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ (53)
στον Φινν
Σαν το ζεματιστό φλιτζάνι
του καφέ που άφησες
στου τραπεζιού την άκρη,
ξεχειλίζω από δυνατότητες.
Είμαι ασταθής κι αστραφτερή
σαν πάτωμα που έχει μόλις γυαλιστεί,
είμαι κουρτίνα κοντά σε κερί,
στην πόρτα δάχτυλο,
χαλαρωμένη τσεκουριού λαβή.
Είμαι καρπός που αστραπιαία τινάχτηκε
χωρίς καν πίσω να κοιτά,
ρίχνοντας στα τυφλά
το αθώο αγκίστρι.
Είμαι στο σκαλοπάτι το παιχνίδι,
στον δρόμο η λακκούβα.
Είμαι ορατή τελείως κι από παντού,
κάτω απ’ τα πόδια σου,
πάνω από το κεφάλι σου.
Έχω μια κόψη,
κρέμομαι από κλωστή.
Πλησιάζει η στιγμή,
σταθερά σημαδεύω.
Ενδίδεις, σε βλέπω,
σε λίγο.
Είμαι.
Ποιήματα από το βιβλίο ΕΛΙΕΣ, 2012
Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης
Γιόζεφ Στράκα – Τσεχία
Ξένες εξορίες
να παραποιείς τον βηματισμό, να κομπιάζεις –
στα άδεια τραμ η μέρα συνέχεια δεν έχει πια
κι οι άνθρωποι κατά μήκος του αναχώματος παίρνουν το χρώμα
ενός παράξενου οιωνού.
Αυτό το πρωινό γίνεται τόσο πιο περίπλοκο
και τα νέα ολοένα και πιο ασαφή:
το νερό έχει κοκκινίσει, τα ράφια έχουν σφαλίσει, ασταμάτητα
ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά οι κυλιόμενες σκάλες,
ένα θρόισμα στα κτίρια των γραφείων,
ψίθυροι στους ημιωρόφους και στους ενδιάμεσους διαδρόμους.
Ξένες εξορίες 2
να πιάνεις ξανά τον εαυτό σου πουθενά να μην ανήκει.
Έξω το τραμ στις άγονες βιομηχανικές περιοχές αργά
παραδέχεται το σκοτάδι και την ωμότητα,
και τα σχόλια στις υποσημειώσεις μοιάζουν πιο απόμακρα
στη θλιβερή αμηχανία των εκδηλώσεων κάποιου.
Είμαστε όλοι εγκληματίες,
ή τουλάχιστον κάποιοι από μας
καταπατούμε, κοιτάμε περίεργα με την άκρη των ματιών μας.
Η διαφωνία κρέμεται από τα χείλη,
φωτίζει τον Σταθμό Κάμπλο,
με τη φαρίνα από χιόνι «να επιτίθεται» στον σβέρκο.
Περιμένοντας για άλλη μια σύνδεση κι έπειτα άλλη μία,
το επόμενο λεωφορείο επιτέλους φτάνει,
κάνοντας κύκλους γύρω από την περιφέρεια των Lidl και των Kaufland.
Κουρασμένο, ω κουρασμένο,
σκοτάδι πίσω από τα νεκροταφεία των ματιών τους,
να κατεβαίνει κατά μήκος τεράστιων κτιρίων υπεξαίρεσης,
μέσα από τα τούνελ των εξαφανιζόμενων συνοικιών,
με το δυνατό γέλιο των επιβατών που ανεβαίνουν στο λεωφορείο
σε επόμενες στάσεις.
Για να χτίσουν τη μνήμη των τόπων σε ξένες εξορίες,
να περάσουν τα σταυροδρόμια των βλεμμάτων είκοσι χρόνια πριν,
για να προσπαθήσουν να κρατηθούν από κάτι,
προτού διαλυθεί ξανά στα γκριζωπά γέλια που μελαγχολούν.
Μετάφραση σε αντιπαραβολή από τα αγγλικά και τα ισπανικά:
Ειρήνη Παπακυριακού
Επιμέλεια:
Σίσσυ Παπαθανασίου
Απαγγελία:
Μάνια Παπαδημητρίου, Χάρις Συμεωνίδου, Λαρίσα Βέργου, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Ερατώ Αγγουράκη, Ρένος Μάντης
Ποιήματά τους διαβάζουν οι ποιητές:
Γιώτα Αργυροπούλου, Μάγια Βίντμαρ, Πάνος Κυπαρίσσης, Σταμάτης Πολενάκη, Αγλαΐα Σολοβιόβα, Γιόζεφ Στράκα, Αλίσια Ε. Στώλλινς
