Ο παπάς μεταλαβαίνει τον Κιχώτη. Οι γυναίκες κλαίνε… Ανάψαν τις λαμπάδες. Ο Κιχώτης κι ο Χριστός λάμπουν μέσα στις φλόγες. Άξαφνα ο Κιχώτης τινάζεται απάνω, γουρλόνει τα μάτια του: Ανοίγουν οι πόρτες του Παράδεισου… Château. Αγγέλοι με σάλπιγγες αναγγέλλουν την άφιξη του Κιχώτη. Δυο αγγέλοι κατεβάζουν σιγά σιγά την κρεμαστή γέφυρα. Προβαίνουν να προϋπαντήσουν τον Κιχώτη όλοι οι ιππότες που διάβασε στα βιβλία… όλες οι πυργοδέσποινες της φαντασίας του… Σημαίες σαλεύουν, μακρά σειρά αψίδες… Τα κυπαρίσια ανθισμένα όλο ρόδα… Ο Κιχώτης προχωράει καμαρωτός με ολόχρυση πανοπλία… Ξάφνου προβαίνει στο κατώφλι του Παράδεισου η Δουλσινέα, ανοίγει τις αγκάλες… Κι ο Κιχώτης ανοίγει τις αγκάλες, σέρνει φωνή χαρούμενη και πέφτει κάτω νεκρός.*
* Σημείωση: Τηρήθηκε η γραφή του πρωτοτύπου που βρίσκεται στο αρχείο του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη.
