Ο γείτονας

Οι γείτονες του Λεόν, «ενός ηλίθιου ανέργου», προσπαθούν να εξιχνιάσουν έναν φόνο που έγινε στην πολυκατοικία τους. Επειδή τον υποπτεύονται ως ένοχο, πείθουν τη Συλβί, μια στριπτιζέζ, να δημιουργήσει σχέση μαζί του και να του αποσπάσει πληροφορίες. Αργότερα αποκαλύπτεται ότι η Συλβί είχε διαπράξει τον φόνο και το ζευγάρι Συλβί- Λεόν δραπετεύει στην Αυστραλία.
ΑΟΥΡΕΛΙΑ: Καταλαβαίνω ότι η συζήτησή μας δεν σας ενδιαφέρει, αλλά δεν
είναι αυτό το σημαντικό. Φύγετε, αν
θέλετε. Αν σας αρέσει το Παρίσι.
ΒΑΚΛΟΒΑΣ: Τελικά, οι Πολωνοί δεν
είναι κακοί άνθρωποι. Έχω γνωρίσει
κάποιους, η γλώσσα τους είναι άσχημη, αλλά ακόμη κι ο πατέρας μου έλεγε ότι οι Πολωνοί δεν είναι κακοί άνθρωποι. Είχε λάβει μέρος στον πόλεμο του 1920 κι είχε τραυματιστεί στο πόδι. Έλεγε ότι δεν είναι κακοί οι Πολωνοί, αλλά μόνο η κυβέρνησή τους.
ΑΡΒΥΝΤΑΣ: Βέβαια, ο πατέρας μου δεν πολέμησε ενάντια στους Πολωνούς και, βεβαιότατα, δεν τραυματίστηκε. Αλλά όλη του τη ζωή, θέλησε να συναντήσει δύο Πολωνούς: έναν που θα ήταν
καλός και έναν άλλο που θα τον
τραυμάτιζε στο πόδι. Είναι νεκρός, εδώ και είκοσι χρόνια, αλλά δεν συνάντησε ούτε τον έναν ούτε τον άλλον.
ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ (στην ΑΟΥΡΕΛΙΑ): Ειλικρινά, κυρία Αουρέλια, δεν ήθελα να σας
προσβάλω. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το παράθυρο στο Παρίσι ήταν τόσο πολύτιμο για σας.
ΑΝΑΛΟΓΙΟ 2008 – Ελληνικά έργα
Θέματα και χαρακτηριστικά της ελληνικής δραματουργίας
Π
έρα από το θέμα της βίας, η οποία αποτελεί τον κοινό παρονομαστή όλων των έργων του Αναλογίου 2008, τα πέντε ελληνικά έργα της διοργάνωσης πραγματεύονται το θέμα της ταυτότητας, είτε πρόκειται για την αναζήτησή της είτε για τη διαπίστωση της αλλοτρίωσής της, είτε για την προσπάθεια επανεύρεσης και ανάκτησής της. Σε κάθε περίπτωση, το άτομο ή τα άτομα συγκρούνονται με την εικόνα που τους επιβάλλει η κοινωνική πραγματικότητα.
Η Παγίδα της Ερωφίλης Λέκκα αποτυπώνει όλα τα σύγχρονα αδιέξοδα. Ο κάθε τύπου κοινωνικός αποκλεισμός (αρρώστια, χρεοκοπία, μοναξιά, περιθώριο, παραβατικότητα) οδηγεί σε ψυχικό εγκλωβισμό. Η κοινωνία παγιδεύει και διαψεύδει τα όνειρα (για οικογένεια, ελευθερία, φίλους, χρήματα, διακοπές). Προσπαθώντας να ξεφύγουν, τα πρόσωπα του έργου, πέφτουν όλο και πιο βαθιά στην παγίδα (κατάθλιψη, αλκοολισμός, φόνος). Μονάχα η δύναμη ή μάλλον η αδυναμία του μυαλού μπορεί να υπερβεί την κάθε είδους φυλακή. Ο θάνατος και η τρέλα είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγει κανείς την πραγματικότητα.
Η ανάγκη φυγής, μόνιμης ή προσωρινής, επανέρχεται και στα υπόλοιπα έργα. Η επιστροφή στη φύση είναι ένας σύγχρονος «μύθος» όλο και πιο επίκαιρος. Η εγκατάσταση στο χωριό των παιδικών αναμνήσεων ή στην εξοχή δίνει μια ψευδαίσθηση αγνότητας, αυθεντικότητας και ασφάλειας. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι επιτείνει το αίσθημα της ανομίας (με την έννοια του Durkheim), του μη ανήκειν, της αποξένωσης από την κοινωνία ή από τον ίδιο τον εαυτό. Στο έργο Balance της Νάνσυς Σπετσιώτη, το ζευγάρι των παραθεριστών, που γυρεύει να απλώσει ρίζες στην εξοχή και να βρει την ταυτότητα της σχέσης του, αποβάλλεται σαν ξένο σώμα από τη μικρή κοινωνία. Στη Λάσπη του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, αντίθετα, η μικρή κοινωνία του χωριού έχει εντάξει τους ξένους εισβολείς του σπιτιού και απορρίπτει την πραγματική ιδιοκτήτρια. Η σχέση της ηρωίδας με τον εαυτό της επαναπροσδιορίζεται, πλάθεται σαν τη λάσπη σε μια νέα πραγματικότητα, αυτήν που ορίζει το παρελθόν του σπιτιού και το παρόν των εισβολέων. Και στα δύο έργα, η κοινωνία είναι αθέατη, αλλά πανταχού παρούσα και παντοδύναμη. Και ενώ στο Balance το ζευγάρι αποτυγχάνει στη δοκιμασία του επαναπροσδιορισμού της σχέσης του και ο άνδρας σκοτώνει τη γυναίκα, στη Λάσπη, η διαδικασία της αυτογνωσίας επιτυγχάνεται. Το ζευγάρι – καταλύτης αποχωρεί και η ηρωίδα, μετά τη δοκιμασία που έχει υποστεί, «μεταπλάθεται» και ενσωματώνεται πλήρως στο σπίτι, αφομοιώνοντας αναμνήσεις, φωτογραφίες και συνταγές του παρελθόντος: το πνεύμα του σπιτιού.
Στα Σημεία στίξεως του Μάριου Ποντίκα, ο εξωτερικός κόσμος εισβάλλει ως θόρυβος μπουλντόζας, εντάσσοντας το ζευγάρι σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Ο θόρυβος αντιπαρατίθεται στον έναρθρο λόγο, τον κατεξοχήν ιδιωτικό και εσωτερικό «χώρο» μέσα από τον οποίο επιχειρείται ο επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας και της σχέσης του ζευγαριού. Αν και εδώ η εξοχή δεν αποτελεί δραματικό χώρο, αλλά μόνο κειμενικό τόπο, λειτουργεί το ίδιο παραπλανητικά. Μυθικός, χαμένος Παράδεισος, όπου ο άνθρωπος μπορεί δυνητικά να επανενταχθεί στον Κόσμο και ο έρωτας να λάβει πάλι την αυθεντική του μορφή, η αναφορά στη φύση είναι συγχρόνως μια κοινοτοπία η οποία υποβιβάζει τον λόγο σε καθημερινή κουβέντα ενός ζευγαριού που καταστρώνει διακοπές. Η υπόσχεση της εξοχής σημαίνει τη διάλυση του ζευγαριού –αυτοκτονία της γυναίκας– και σηματοδοτεί την αποτυχία του να αλλάξει συμπεριφορά, να ξαναβρεί την αγνότητα και το πάθος
της απαρχής. Όπως και στο Balance, η κοινωνική πραγματικότητα επικρατεί της ψευδαισθητικής. Ο θόρυβος επικρατεί του λόγου.
Σε άλλο κλίμα κινείται το Παρασκήνιο της Άννας Μαρίας Μαργαρίτη. Εδώ, η σύγκρουση του ατόμου με την κοινωνία έχει ήδη συντελεστεί, σε άλλον τόπο και χρόνο, στη «χώρα» του μύθου. Η ταυτότητα δεν επινοείται, ούτε αναζητάται – η βεβαιότητα επιβάλλεται από τη διανομή, όπου δίπλα στο όνομα των προσώπων αντιπαραβάλλεται ένα μυθικό όνομα. Η ταυτότητα απλώς επιβεβαιώνεται, παρά την αλλοίωση που επέφερε ο χρόνος και μάλιστα θριαμβεύει, καθώς τα πρόσωπα του έργου επαναλαμβάνουν το gestus – τη μυθική χειρονομία που τα χαρακτηρίζει στην ελληνική τραγωδία. Ο τόπος του μύθου και της σκηνικής δράσης δεν συγκρούονται. Το «πέρασμά» τους από τη σκηνή του θεάτρου (οι ηρωίδες είναι ηθοποιοί που παίζουν την Ηλέκτρα του Σοφοκλή) λειαίνει την πρόσκρουση, διαθλώντας τη σε έναν κατεξοχήν ενδιάμεσο τόπο μετάβασης.
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση των έργων μεταξύ τους δεν προέρχεται από τη μορφολογία και τον τρόπο που διαρθρώνεται η πλοκή –εδώ οι συγγραφείς ακολουθούν την πεπατημένη– όσο από τη χρήση της γλώσσας και από τη λειτουργία της στο κείμενο. Κατά κύριο λόγο, επικρατεί ο διάλογος, με πολλές παραλλαγές. Θεατρικά ρεαλιστικός στο Balance και το Παρασκήνιο, στην Παγίδα ο λόγος αποτυπώνει τις διάφορες ιδιολέκτους των προσώπων, τα λεκτικά ολισθήματα και το λεξιλόγιο του προφορικού λόγου, τα κενά της μέθης ή του εσωτερικού μονολόγου, τη λογόρροια της τρέλας. Παράλληλα, οι αυξομειώσεις του ρυθμού, οι αλληλοκαλυπτόμενες ατάκες και όλα τα στοιχεία που αφήνουν τον λόγο μετέωρο μεταδίδουν την αίσθηση της ασφυξίας. Στη Λάσπη, η χρήση του διαλόγου δεν είναι ρεαλιστική. Ο λόγος είναι υπαινικτικός, συμβάλλοντας στην ατμόσφαιρα μυστηρίου, ελλειπτικός, χωρίς να στερεί από τον θεατή τις πληροφορίες που του είναι απαραίτητες για την κατανόηση της δράσης. Ψυχρός και σαν απογυμνωμένος από συναισθήματα, ενισχύει τη μόνιμη αίσθηση της απουσίας (τα παιδιά του ζευγαριού, οι κάτοικοι του χωριού) και της παρουσίας ενός αθέατου φανταστικού κόσμου. Στα Σημεία στίξεως, η γλώσσα είναι το κλειδί. Εδώ, ο διάλογος θεωρείται σύμβαση. Η διάρρηξη επιτυγχάνεται με τη χρήση του μονολόγου και την κατάργηση των σημείων στίξεως, που έχουν ως αποτέλεσμα τη λογόρροια, το ξεχείλισμα του λόγου, την απώλεια του ειρμού, την «αταξία των λέξεων». Κάτω από το κέλυφος της ομιλίας, η γυναίκα προσδοκά την αποκατάσταση της πραγματικής επικοινωνίας, τη σωματικότητα της γλώσσας – όπως θα ήταν, ίσως, κάποτε η γλώσσα του έρωτα. Ο άνδρας δεν καταφέρνει να μιλήσει για πολύ αυτή την αρχέγονη, ποιητική πρωτόγλωσσα. Επιστρέφει στη συμβαση του διαλόγου και της καθημερινής κουβέντας και οδηγεί τη γυναίκα στην αυτοκτονία. Στη γραμματική του Ποντίκα, η λέξη ψέμα σημαίνει αλήθεια, και η αλήθεια αυτό που πάντοτε διαφεύγει και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη λήθη. Τα Σημεία στίξεως είναι ένα έργο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να την κάνει να μιλήσει για τον εαυτό της ξεδιπλώνοντας, έτσι, την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Αυτοαναφορικό είναι και το Παρασκήνιο. Εδώ, η διακειμενική σχέση με την τραγωδία και τον μύθο προβάλλεται ακόμη πιο έντονα μέσα από μια συνέντευξη (στοιχείο της δράσης) – μια πραγματική «διάλεξη» που δίνουν οι ηρωίδες, ένα μεταγλωσσικό σχόλιο για το ίδιο το έργο και τους λόγους που οδήγησαν στη συγγραφή του.
Σ. Π.
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Σκηνοθετική επιμέλεια: Νάντια Φώσκολου
Mουσική επιμέλεια: Γιάννης Καραγιάννης
Ερμηνεύουν: Δημήτρης Πλειώνης, Μαρία Αιγινίτου,
Αντώνης Κρόμπας, Στράτος Σωπύλης, Αθηνά Μπερδέκα,
Δημήτρης Μαύρος, Αμαλία Τσεκούρα
