Όπως κάθε απόγευμα, ο εγγονός δακτυλογραφεί τα απομνημονεύματα του παππού. Σήμερα, μετά από μήνες, κοντεύουν να τελειώσουν. Ο ηλικιωμένος αναζητά δικαίωση. Ο εγγονός όμως, δεν του χαρίζεται: αμφισβητεί, σχολιάζει, ειρωνεύεται. Μία σχέση αγάπης, με τις απαραίτητες δόσεις τρυφερότητας, εκνευρισμού, υπομονής και έντασης, γίνεται το φόντο για μια ζωή που τελειώνει. Ο εγγονός θέλει να επισκεφθεί την ετοιμοθάνατη μητέρα του στο νοσοκομείο, μα ο παππούς δεν τον αφήνει. Δεν θα αφήσει το οικογενειακό δράμα να συνθλίψει τη ζωή του. Τον κρατά κοντά του, να τελειώσουν τα απομνημονεύματα. Και, μέσα από την καταγραφή του σκληρού παρελθόντος, ανιχνεύουν στο παρόν τον θυμό, τις μνήμες, το βάρος της Ιστορίας, τις παρενέργειες και τα σημάδια που προκαλούνται από τις συνθήκες ή τις επιλογές των άλλων, την εμμονή ή την ψυχική απελευθέρωση. Συναντώνται στην απώλεια, συντελεσμένη ή μέλλουσα, και οργανώνουν την επικείμενη «αναχώρηση», το τραπέζι του αποχαιρετισμού, τα ρούχα για το ταξίδι… Σε όλες τις δύσκολες στιγμές, υπάρχει μέσα μας ένας παππούς, που μπορεί να δει τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις και να τα ξαναβάλει στη θέση τους.


ΕΓΓΟΝΟΣ: Να το διαβάσω;
ΠΑΠΠΟΥΣ: Ναι, νομίζω ότι θα είναι καλύτερα να το ακούμε, για να διαπιστώσουμε αν ρέει ομαλά….
ΕΓΓΟΝΟΣ: Ναι, εσύ και η ομαλότητα… Το βρήκα, “Θυμάμαι που κτυπούσαν οι καμπάνες των εκκλησιών και των τριών χωριών, σαν σύνθημα να πάνε όλοι οι άνδρες να παρατάξουν τα στήθεια τους στην ένοπλη μέχρι τα δόντια τσαρική αστυνομία, να προστατέψουν το ψωμί των παιδιών τους. Οι έφιπποι αστυνομικοί κτυπούσαν με λύσσα, βάρβαρα, ετραυμάτισαν πάρα πολλούς. Με γυμνά σπαθιά, πυροβολισμούς, κτυπήματα με βούρδουλα. Κοντά στα καλοκαιρινά καλύβια, λίγο παραπέρα από το συνοριακό φυλάκιο. Οι περισσότεροι φαντάροι βγήκαν και παρακολουθούσαν τη βάρβαρη επίθεση κατά των φτωχών αγροτών”.

Συγγραφέας: Θοδωρής Τσαπακίδης
Σκηνοθεσία: Χρήστος Τζιούκαλιας
Ηθοποιοί: Κώστας Γαλανάκης, Μιχάλης Ψαλίδας.