Ανδρομάχη ή τοπίο γυναίκας στο ύψος της νύχτας
Η Ανδρομάχη, χήρα του Έκτορα, μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου, σκλάβα των Ελλήνων πια, ακολουθεί τον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα, στην πατρίδα του ως αιχμάλωτη κι ερωμένη του. Μετά από τη δολοφονία του Πύρρου από τον Ορέστη, παραδίνεται στον Έλενο, αδελφό του Έκτορα, για να καταφύγει στο τέλος στην Ήπειρο, μοναδική «κάτοικος» ενός τεχνητού τρωαδίτικου τοπίου, απομίμηση της πόλης της, που διατρέχει ένας επίσης τεχνητός Σιμόεις, παραπόταμος του Σκάμανδρου. Εκεί, αρχίζει να θυμάται…
Αυτή η πόλη είμαι εγώ. Ολόκληρη ένα ασύλητο τοπίο: τα κτίρια και τα ερείπια, οι κατακόμβες κι οι εξώστες, οι δρόμοι των περιπάτων και η πλατεία των εκτελέσεων, το παλάτι και το νεκροταφείο, οι θυρεοί και τα ικριώματα… Στο θερμοκήπιο ζεσταίνω ένα ποτάμι και μες στον τάφο έχω σπείρει του κορμιού του τον αφρό. Αυτή η πόλη είμαι εγώ μακριά απ’ τις πόλεις. Θαμμένη μες στης ιστορίας μου το πρόσχημα, ξαναχτισμένη με της φαντασίας μου τις λάσπες, θεμελιωμένη κάτω απ’ του μυαλού μου τα τσιμέντα. Γλώσσα μου, σβησμένη πόλη της χαράς μου!… Με κλειδωμένο ουρανό πώς να μιλήσω!
Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Εσπίριτου
